-Σε κάθε τόπο βρέχει διαφορετικά.
-Ναι, αλλά για τον ίδιο σκοπό.
-Η βροχή δεν είναι για όλους. Είναι για κείνους που κρύβονται στον ήχο της. Της εμπιστευόμαστε μυστικά, νομίζοντας πως ο κόσμος δεν ακούει παρά το δικό της τραγούδι κάθε φορά.
-Μέσα της βρέχει ποτέ, όπως σ' εμάς; Ή το ξέσπασμα που της ζητάμε την αναλώνει σε μια εξωστρέφεια που δεν τη θέλει;
-Αυθύπαρκτη η βροχή, έρχεται απρόβλεπτα να σε κρατήσει στη γη με το βάρος της.
-Κι αν κάνεις να πιαστείς απ' το σώμα της και ν' ανέβεις;
-Θα γίνεις ένα και θα' ρχεσαι μαζί της, καταδικασμένη να μου χτυπάς το τζάμι, γλυκά κι επίμονα, πετραδάκι και χάδι.
-Κι εσύ θα γράφεις με τα χνώτα σου πάνω μου, να μου υπενθυμίζεις να "έρχομαι ξυπόλητη";
-"Κι όλο πίσω από τζάμια..."
-Δεν υπάρχει σώμα πιιο γυμνό απ' τη βροχή...
"Έρχεται η βροχή ξυπόλητη κι όλο πίσω από τζάμια."
Μ. Γκανάς
Παρασκευή 12 Νοεμβρίου 2010
Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010
Φιλιόμαστε Τώρα Μαζί Πεθαμένοι
"Για ιδέστε αυτό τ' αντρόγυνο
το πολυαγαπημένο
Που δε φιλήθκε ζωντανό
φιλιέται αποθαμένο"
. . .
"Ο ΛΑΙΜΟΣ
(και ζούσαμε ζούσαμε ζούσαμε ζούσαμε)
Ξέρω δεν γίνεται.
Ξέρω δεν γίνεται, αλλά να γινόταν...
Σκεφτόμουν να του φιλούσα τώρα τον λαιμό...
Και πέθανε!
Κι ανοίγει τα μάτια, αλλά
νεκρός. Και λέει ότι μ' αγαπά!
Το είπε.
Αλλά νεκρός.
Αφίλητος και
γρήγορα έλιωνε μπροστά μου.
Λέω να θυμηθώ...
Πώς ανασταίνονται οι νεκροί.
Και γρήγορα.
Γιατί από μπροστά μου λιώνει. Να θυμηθώ.
Ποιό μέρος του σώματός τους ακουμπάς
και ανασταίνονται
Τα ακουμπάω όλα μήπως και.
Τα ακούμπησα όλα.
Αλλά πεθαμένος συνεχώς.
(Όχι τον λαιμό, τον λαιμό του εγώ
δεν τον ακούμπησα)
Κλείνω κι εγώ τα μάτια.
Και επιθύμησα.
Να επιθυμήσει. Να με φιλήσει στον λαιμό κι αυτός. Λέω
Να μου φιλούσε τώρα τον λαιμό μου...
Να το επιθυμούσε. (Κλείνω...
Τα Μάτια... Πέφτω)
κι εγώ νεκρός
Ώστε γίνεται...
Το ξέρω πια ο τυχερός, αφού
Φιλιόμαστε Τώρα Μαζί Πεθαμένοι.
φιλιόμαστε.
τώρα μαζί πεθαμένοι.
φιλιόμαστε τώρα.
μαζί πεθαμένοι.
φιλιόμαστε τώρα μαζί.
πεθαμένοι.
Στον λαιμό.
(Και
δεν ζούμε δεν ζούμε δεν ζούμε δεν ζούμε) "
Πέφτω πάνω στο ποίημα αυτό του Βασίλη Αμανατίδη. Θα μπορούσε να' ναι η φωνή της Μαριγώς. Πρώτη σκέψη πάλι: ανεκπλήρωτο. Έρωτας τέτοιος που θανατώνει για να εκπληρωθεί.
Τα λόγια φίλου: "-Τόσοι θάνατοι, δε φοβάμαι κι άλλον ένα." Κι η απάντηση δική μου: "Τόσοι θάνατοι, πονάει κι άλλος ένας." Θα μπορούσε να' ναι κι η φωνή μου. Τελευταία σκέψη πάλι: Τόσα ανεκπλήρωτα, ποιός θάνατος θα τα εκπληρώσει;
το πολυαγαπημένο
Που δε φιλήθκε ζωντανό
φιλιέται αποθαμένο"
. . .
"Ο ΛΑΙΜΟΣ
(και ζούσαμε ζούσαμε ζούσαμε ζούσαμε)
Ξέρω δεν γίνεται.
Ξέρω δεν γίνεται, αλλά να γινόταν...
Σκεφτόμουν να του φιλούσα τώρα τον λαιμό...
Και πέθανε!
Κι ανοίγει τα μάτια, αλλά
νεκρός. Και λέει ότι μ' αγαπά!
Το είπε.
Αλλά νεκρός.
Αφίλητος και
γρήγορα έλιωνε μπροστά μου.
Λέω να θυμηθώ...
Πώς ανασταίνονται οι νεκροί.
Και γρήγορα.
Γιατί από μπροστά μου λιώνει. Να θυμηθώ.
Ποιό μέρος του σώματός τους ακουμπάς
και ανασταίνονται
Τα ακουμπάω όλα μήπως και.
Τα ακούμπησα όλα.
Αλλά πεθαμένος συνεχώς.
(Όχι τον λαιμό, τον λαιμό του εγώ
δεν τον ακούμπησα)
Κλείνω κι εγώ τα μάτια.
Και επιθύμησα.
Να επιθυμήσει. Να με φιλήσει στον λαιμό κι αυτός. Λέω
Να μου φιλούσε τώρα τον λαιμό μου...
Να το επιθυμούσε. (Κλείνω...
Τα Μάτια... Πέφτω)
κι εγώ νεκρός
Ώστε γίνεται...
Το ξέρω πια ο τυχερός, αφού
Φιλιόμαστε Τώρα Μαζί Πεθαμένοι.
φιλιόμαστε.
τώρα μαζί πεθαμένοι.
φιλιόμαστε τώρα.
μαζί πεθαμένοι.
φιλιόμαστε τώρα μαζί.
πεθαμένοι.
Στον λαιμό.
(Και
δεν ζούμε δεν ζούμε δεν ζούμε δεν ζούμε) "
Πέφτω πάνω στο ποίημα αυτό του Βασίλη Αμανατίδη. Θα μπορούσε να' ναι η φωνή της Μαριγώς. Πρώτη σκέψη πάλι: ανεκπλήρωτο. Έρωτας τέτοιος που θανατώνει για να εκπληρωθεί.
Τα λόγια φίλου: "-Τόσοι θάνατοι, δε φοβάμαι κι άλλον ένα." Κι η απάντηση δική μου: "Τόσοι θάνατοι, πονάει κι άλλος ένας." Θα μπορούσε να' ναι κι η φωνή μου. Τελευταία σκέψη πάλι: Τόσα ανεκπλήρωτα, ποιός θάνατος θα τα εκπληρώσει;
Κυριακή 19 Σεπτεμβρίου 2010
πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί
Ο
χάρτινος
Σεπτέμβρης
της
καρδιάς
μας.
Στην καρδιά του Σεπτέμβρη,
πού ξέμεινε η καρδιά;
Στον Σεπτέμβρη της,
η καρδιά ρίχνει τα φύλλα της.
Μέχρι πόση αλήθεια αντέχει ένας φυλλοβόλος κόσμος;
Καρφώθηκε η σκέψη μου στο χάρτινο, μέρες τώρα.
Φαντάσου, λέει, χάρτινους τοίχους με πέτρινα δάκρυα.
Σε πόση δόση αλήθειας σπάει αυτή η πέτρα;
Κοίτα λιγάκι καλύτερα. Ραγισμένα χαρτιά. Σκισμένες πέτρες. Φαγωμένα στις άκρες δάκρυα, δεν αξίζουν ούτε να τα μαζέψεις. Μαγκωμένα δάκρυα -αυτό είναι. Ο αέρας, μαντήλι, "ένα φτενό μαντήλι".
Παίζαμε μικρά "πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί"...
Το χαρτί πάντα έχανε κι εγώ επέμενα να το διαλέγω.
Ντυνόμουν χαρτί για ένα παιχνίδι.
Άλλοι με τις γροθιές τους, τα ψαλίδια, τις μουντζούρες τους.
Ας ήταν να χάσω.
Γιατί δεν δι'αλεγα την πέτρα; Να μπορώ να γίνω βράχος μεγαλώνοντας, βράχος ανίκητος.
Δε θυμάμαι τον κανόνα... το μολύβι γράφει το χαρτί;
Αλλάζουμε με τον καιρό τους κανόνες:
Το μολύβι να ξεσκίζει το χαρτί! Να το λιώνει! Έτσι κι αλλιώς λίγο γραφίτη παραπάνω θα στοιχίσει. Φτηνά τη βγάζει. Κι εσύ θα μου πεις τώρα, το χαρτί τυλίγει το μολύβι...
Έχεις δει ψυχή να τυλίγεται;
Ας παίξουμε...
Δεν είναι δύσκολο. Κλείνεις τα μάτια, κρατάς κρυμμένο το χέρι σου πίσω απ' την πλάτη.
Έεενα... Δύυυο... Τρία!
Δείξε μου το χέρι σου.
Εγώ κρατάω το χαρτί.
"Δωμάτιο με καθρέφτες", έλεγε.
Τι απέραντο κενό που με κοιτά κατάματα.
Παίζουμε λοιπόν; Φαίνεσαι να ξέρεις τους κανόνες...
Εσύ την πέτρα.
Εγώ την καρδιά.
χάρτινος
Σεπτέμβρης
της
καρδιάς
μας.
Στην καρδιά του Σεπτέμβρη,
πού ξέμεινε η καρδιά;
Στον Σεπτέμβρη της,
η καρδιά ρίχνει τα φύλλα της.
Μέχρι πόση αλήθεια αντέχει ένας φυλλοβόλος κόσμος;
Καρφώθηκε η σκέψη μου στο χάρτινο, μέρες τώρα.
Φαντάσου, λέει, χάρτινους τοίχους με πέτρινα δάκρυα.
Σε πόση δόση αλήθειας σπάει αυτή η πέτρα;
Κοίτα λιγάκι καλύτερα. Ραγισμένα χαρτιά. Σκισμένες πέτρες. Φαγωμένα στις άκρες δάκρυα, δεν αξίζουν ούτε να τα μαζέψεις. Μαγκωμένα δάκρυα -αυτό είναι. Ο αέρας, μαντήλι, "ένα φτενό μαντήλι".
Παίζαμε μικρά "πέτρα, μολύβι, ψαλίδι, χαρτί"...
Το χαρτί πάντα έχανε κι εγώ επέμενα να το διαλέγω.
Ντυνόμουν χαρτί για ένα παιχνίδι.
Άλλοι με τις γροθιές τους, τα ψαλίδια, τις μουντζούρες τους.
Ας ήταν να χάσω.
Γιατί δεν δι'αλεγα την πέτρα; Να μπορώ να γίνω βράχος μεγαλώνοντας, βράχος ανίκητος.
Δε θυμάμαι τον κανόνα... το μολύβι γράφει το χαρτί;
Αλλάζουμε με τον καιρό τους κανόνες:
Το μολύβι να ξεσκίζει το χαρτί! Να το λιώνει! Έτσι κι αλλιώς λίγο γραφίτη παραπάνω θα στοιχίσει. Φτηνά τη βγάζει. Κι εσύ θα μου πεις τώρα, το χαρτί τυλίγει το μολύβι...
Έχεις δει ψυχή να τυλίγεται;
Ας παίξουμε...
Δεν είναι δύσκολο. Κλείνεις τα μάτια, κρατάς κρυμμένο το χέρι σου πίσω απ' την πλάτη.
Έεενα... Δύυυο... Τρία!
Δείξε μου το χέρι σου.
Εγώ κρατάω το χαρτί.
"Δωμάτιο με καθρέφτες", έλεγε.
Τι απέραντο κενό που με κοιτά κατάματα.
Παίζουμε λοιπόν; Φαίνεσαι να ξέρεις τους κανόνες...
Εσύ την πέτρα.
Εγώ την καρδιά.
Σάββατο 11 Σεπτεμβρίου 2010
Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010
Σεπτέμβρης 2010
Προσπαθούσα, όχι να καταλάβω,
να νιώσω
εκείνον τον τίτλο.
Νά' τος.
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας.
να νιώσω
εκείνον τον τίτλο.
Νά' τος.
Ο χάρτινος Σεπτέμβρης της καρδιάς μας.
Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010
Κάτοικος Λευκάδας, οδός Αριστοτέλη Βαλαωρίτη
Γέρος πια. Έχει καιρό αρχίσει να τα χάνει μου είπαν. Ξεχνά κάποτε και τα ονόματα των δικών του. Όποτε κάνει να ξεμυτίσει απ' το σπίτι, θα δεις πάντοτε στο τσεπάκι του πουκαμίσου του μια ταυτότητα κι ένα χαρτάκι που γράφει διευθύνσεις και τηλέφωνα, μη και οδηγήσουν αλλού τα βήματά του αυτό το άγνωστο κορμί που ξέμεινε απ' τα χρόνια.
"Πώς γίνεται κόρη μου να είμαι 83 αφού γεννήθηκα το 1927; ", ρωτούν τα μάτια του με την απορία μικρού παιδιού.
Και ξαφνικά, σαν να πετάγονται οι στίχοι από κάποιον λησμονημένο κόσμο, μακρινό και τόσο δικό του, κι η φωνή του να μαζεύει όλα τα αποθέματα ζωντάνιας για να απαγγείλει:
" «Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο "...
Και στα δικά σου έκπληκτα μάτια, τα σαστισμένα από μια τέτοια επίδειξη μνήμης πολύστιχου ποιήματος του Βαλαωρίτη, θα απαντήσει με την απλότητα όλου του κόσμου, "πρέπει να θυμάμαι κόρη μου κατά που πέφτει το σπίτι μου."
"Ο βράχος και το κύμα".
Το κύμα της καρδιάς νικά το βράχο του μυαλού.
"Πώς γίνεται κόρη μου να είμαι 83 αφού γεννήθηκα το 1927; ", ρωτούν τα μάτια του με την απορία μικρού παιδιού.
Και ξαφνικά, σαν να πετάγονται οι στίχοι από κάποιον λησμονημένο κόσμο, μακρινό και τόσο δικό του, κι η φωνή του να μαζεύει όλα τα αποθέματα ζωντάνιας για να απαγγείλει:
" «Μέριασε βράχε νὰ διαβῶ!» τὸ κύμα ἀνδρειωμένο
λέγει στὴν πέτρα τοῦ γυαλοῦ θολό, μελανιασμένο "...
Και στα δικά σου έκπληκτα μάτια, τα σαστισμένα από μια τέτοια επίδειξη μνήμης πολύστιχου ποιήματος του Βαλαωρίτη, θα απαντήσει με την απλότητα όλου του κόσμου, "πρέπει να θυμάμαι κόρη μου κατά που πέφτει το σπίτι μου."
"Ο βράχος και το κύμα".
Το κύμα της καρδιάς νικά το βράχο του μυαλού.
Σάββατο 17 Ιουλίου 2010
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
