Τετάρτη, 29 Απριλίου 2009

Κάπου ανάμεσα στις γραμμές των οριζόντων ζωές συγκινημένες ψάχνουν τα σημεία τους.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Ραγίζει ένα λουλούδι, όπως ραγίζει το νερό όταν το κρατάς στη χούφτα σου, όπως ραγίζει ένα πρόσωπο όταν κλαίει. Εδώ που είμαι σπάει ο ουρανός πριν δύσει ο ήλιος και σου γελάει το φως. Ανάμεσα από ραγισμένα σύννεφα κοιτάς. Αν είσαι τυχερός προλαβαίνεις να τα φωτογραφίσεις. Σπάει, αλήθεια λέω, ανοίγει παράθυρο χρώματος κόκκινου αν και χρυσού, ανάσας κόκκινης αν και αέρινης. Χρώματα ιδανικά για έναν αγκαλιασμένο χορό.

Όταν χρειάζεται - το σκεφτόμουν - μια ανάσα γεμίζει όλη τη νύχτα. Μια ανάσα γέμιζε όλον τον χώρο και τότε, σαν να λεγε πως δε χρειάζονται λόγια. Τώρα μπροστά μου φυσά ο αέρας ένα φύλλο - πού βρέθηκε; - το χορεύει σαν έμπειρος καβαλιέρος. Το κινεί, το ταξιδεύει, το παρασύρει. Για μια στιγμή το αφήνει, δείχνει να ξέρει. Το διώχνει και το καλεί πάλι κοντά του, όλοι να το προσέξουν, σαν εραστής, αιώνιος εραστής. Ο αέρας και το φύλλο. Πόση απλότητα μπορεί να κρύβεται μες στον χορό τους και πόσο πάθος. " Ένδοξοι και άδοξοι συναντημένοι κάποτε στον ίδιο σφυγμό, δεν κάνει ο έρωτας διακρίσεις. ", γράφει ο Ρίτσος στα Ερωτικά. Μες στη στιγμή τους αιώνιος ο έρωτάς. Μια στιγμή και μια αιωνιότητα. Η αιωνιότητα σε μια στιγμή. Κι ο χορός, αυτός ο χορός των στοιχείων. Για τέτοιο χορό μιλάω κι ένα αγκάλιασμα σαν του φύλλου με τον αέρα. Ποιός οδηγεί ποιόν;

Περνά μια σκέψη, δεν πολυκαταλαβαίνω γιατί: πώς να σε πιστέψουν έτσι μετεωρίζον στοιχείο που είσαι μπρος στη θάλασσα;

Κυριακή, 26 Απριλίου 2009

Πες μου αν βρήκες το λουλούδι που σου άφησα.
Ξέρω, τα γράμματά μου τα κάψανε.

Τρίτη, 21 Απριλίου 2009

Αν κλείσω τα μάτια μία μορφή μέσα τους, γαντζωμένη απ' το έσω των βλεφάρων. Σαν κόκκινη να φαίνεται, κατακόκκινη, ίσως να' ναι κι η ιδέα μου. Αν ανοίξω τα μάτια η ίδια μορφή κάθε που το βλέμμα κάπου ξαποσταίνει. Κι έτσι προτιμώ τίποτα απ' τα δυο να μην κάνω. Πού να χωρέσει η ματιά; Πού να σταθεί; Σήμερα ξύπνησα μες στην αντάρα, χαζεύοντας το σύννεφο να κινείται για να μας περικυκλώσει. Στην αγκαλιά της ομίχλης, όσο παράξενο κι αν είναι, νιώθεις ζεστασιά. Ίσως και να την ένιωθα επειδή τη χρειαζόμουν. Έχεις δει πώς μοιάζουν οι στάλες της βροχής στις άκρες των κλαδιών; Ψυχούλες που τρέμουν. Η μια δίπλα στην άλλη με τα χέρια δεμένα πίσω. Μάτια που παλεύουν να ελευθερώσουν δάκρυα συσσωρευμένα και πολύ περισσότερα. Σαν να εγκλωβίζεται η πιο έντονη κίνηση, το πιο μεγάλο ξέσπασμα, η περιδίνηση εικόνων και αναμνήσεων σε μια απόλυτη ακινησία. Τέτοια ταύτιση με τη φύση καιρό έχω να νιώσω. Πάνω στα κλαδιά της βελανιδιάς βολτάρει μια καρδερίνα. Προκλητικά τα τινάζει, ξεχύνονται τα δάκρυα. Κάτι χαρούμενο ψελλίζει κι ας είναι μελαγχολικό το τραγούδι της. Έχω πάρει την κιθάρα και κάτι γρατσουνίζω. "πρωινό τσιγάρο", Μαυρουδής, Αλκαίος. Παλεύω να θυμηθώ τις συγχορδίες. Τελικά τις βρίσκω με τη βοήθεια της βροχής. Έχεις ακούσει το νερό να τραγουδάει; "άδειοι οι δρόμοι δε φάνηκε ψυχή, και το φεγγάρι μόλις χάθηκε στη δύση"... κι εκεί σκαλώνω. Έχω καιρό να το παίξω. Να μαζεύεις, να μαζεύεις βροχή κι όλο και περισσότερο να θες να την αφήσεις. Τι κι αν φανούν τα δάκρυα... Βρέχει μέσα κι έξω. Έξω κόπασε λίγο. Μέσα; Μη ρωτάς. Κοίτα τα δέντρα γύρω σου.

ΥΓ: "κι εγώ σε γυρεύω σαν μοιραία λύση και σαν Ανατολή"... η συνέχεια

Τρίτη, 14 Απριλίου 2009

η πάλη της μουσικής

" τό έν διαφερόμενον αυτό αυτώ ξυμφέρεσθαι, ώπερ αρμονίαν τόξουτε και λύρας "
(το εν διαφοροποιείται και αντιμάχεται το ίδιο με τον εαυτό του και πάλι συμφιλιώνεται σε νέα σύνθεση, όπως ακριβώς η αρμονία που βγαίνει από το δοξάρι και τη λύρα)
ΗΡΑΚΛΕΙΤΟΣ


" Και ρίξου πάλι σα σπαθί δοξάρι - προς την τετράδιπλη χορδή - και χτύπα την και σπάραξέ την - η αρμονία να γεννηθεί. - Γιατί κι ο κόσμος ο βαθύς - γεννιέται πάντ' απόνα πάλαιμα - σα δοξαριού σε μια χορδή. "
ΠΑΛΑΜΑΣ, Δωδεκάλογος του Γύφτου


"... διαφερόμενον δέ αύ καί μή ομολογούν αδύνατον αρμόσαι. ώσπερ γε καί ο ρυθμός εκ τού ταχέος καί βραδέος διενηνεγμένων πρότερον, ύστερον δέ ομολογησάντων γέγονε τήν δέ ομολογίαν πάσι τούτοις η μουσική εντίθησιν, έρωτα καί ομόνοιαν αλλήλων εμποιήσασα. καί έστιν αύ μουσική περί αρμονίαν και ρυθμόν ερωτικών επιστήμη. "

... και επομένως ένα πράμα που αντιμάχεται και δεν συμφωνεί, είναι αδύνατον να αρμονισθεί και να βγάλει αρμονία. όπως ακριβώς κι ο ρυθμός έχει γίνει απ' το γοργό και το αργό, που πριν ήταν αντιμαχόμενα και ύστερα συμφώνησαν. και τη συμφωνία σε όλα αυτά την δημιούργησε η μουσική, αφού ενέπνευσε αμοιβαίο έρωτα και ομόνοια μεταξύ των. και επομένως μουσική είναι η επιστήμη των ερωτικών που συντελούν στην αρμονία και τον ρυθμό.

ΠΛΑΤΩΝ, Συμπόσιο, (Ερυξίμαχος)

Δευτέρα, 6 Απριλίου 2009

κάνε τον πόνο σου άρπα...

Mediterranean Sundance-Al Di Meola. Κάθε νότα αεράκι. Κρύωσε λίγο ο αέρας. Όχι από τη μουσική. Εκείνη τον ζεσταίνει πάντα. "κάνε τον πόνο σου άρπα"... λόγια του Καρυωτάκη. Ανοιχτό παράθυρο αρχές Απρίλη. Παιχνίδισμα των σκιών το βράδυ με τις αναμνήσεις, στιγμών που έζησες και στιγμών που προσμένεις. Να μοιάζουν έτσι τα αδοκίμαστα, αναμνήσεις ήδη. Γραμμές άγραφες, καταχωρημένες ήδη στα "κρυφά" τετράδια. Και η μουσική μέσα και γύρω απ' τις ιστορίες τους. Ιστορίες κι ιστορίες. Έναιμες οι λέξεις.

Canzone Arrabbiata-Nino Rota. Ξέρω που πλησιάζει ο καιρός και ξέρω που δεν ακούμε. Να' ξερα μόνο και τον τρόπο να ενωθούμε σε γροθιά. Να δέσω τον κόσμο κι ύστερα να τον αφήσω να ζήσει μέχρι να μάθει να ανοίγει αγκαλιά, τέτοιο δέσιμο.

Σκιές εμφανίζονται, τρέχουν να κρυφτούν. Η μια σκιά σκύβει πάνω στην άλλη, άλλοτε τη γεννά, άλλοτε τη σβήνει. Άλλοτε, αλλού. Τώρα εδώ, φως χωρίς σκιά να γίνεσαι, να χάνεσαι στο ίδιο το σημείο που θα' πρεπε να κινείσαι, να σωπαίνεις. Κι όμως, ο κόσμος δείχνει τις προθέσεις του. Τώρα φώναξε, ώσπου να αντέξεις τη σιωπή.

The Fosse-Wim Mertens, για το τέλος.
Κι η μουσική μεταβάλλεται ανάλογα με την διάθεση και όσα γράφεις. Ή μήπως εκείνα μεταβάλλονται ανάλογα με τα χρώματά της;
"κάνε τον πόνο σου άρπα και γέλασε και σβήσου"...

Κυριακή, 5 Απριλίου 2009

όντε σέ ζωγραφίσα...

ΑΡΕΤΟΥΣΑ: Εγώ όντε σ' εζωγράφισα, ήβγαλ' απ' την καρδιά μου,
αίμα, και με το αίμα μου εγίνη η ζωγραφιά μου.
κι όποια με αίμα της καρδιάς μια ζωγραφιά τελειώσει,
κάνει την όμορφη πολλά κι ουδέ μπορεί να λυώσει.
Πάντα' ναι η σάρκα ζωντανή, καταλυμό δεν έχει,
και ποιός να κάμει ζωγραφιά πλειό σαν εμέ κατέχει;
Τα μάτια, ο νούς μου, κι η καρδιά, κι η όρεξη θελήσα
κι εσμίξαν και τα τέσσερα, όντε σε ζωγραφίσα.

Ερωτόκριτος, Μέρος Γ'