Τετάρτη, 27 Μαΐου 2009

Αίμα. Σαν από αίμα να' ναι κάθε όνειρο πλασμένο και αίμα να διατρέχει κάθε θέλω. Θέλω. Θέλουμε. Φτάνει καμιά φορά να μεταμορφώνεσαι, να διαμελίζεσαι σε νότες, αόρατος μα αισθητός, να εμφορείσαι την ανάσα και την παύση μιας φωνής, να ταξιδεύεις έτσι. "Θέλω να είμαι η μουσική που ξαγρυπνάει μαζί σου..." γράφει ο Αγγελάκας σ' ένα ποίημα-τραγούδι του. Κι αμέσως άρνηση, "δε θέλω να' μαι ένας ακόμα παγωμένος ποταμός...". "Κι ούτε με νοιάζει..."

Διαβάζω για τον Γιαν Φαμπρ, "είμαι αίμα" ο τίτλος ενός έργου του, ενός παραληρηματικού "παραμυθιού" που αναφέρεται στο Μεσαίωνα. Αίμα, παντού και πάντα. Πόλεμος, ιοί, λιμοκτονία, θάνατος, αγώνας, ανταλλαγή, αντίσταση. Αίμα. Αντίσταση. Επαναλαμβάνεται μια φράση, λέει, κατά τη διάρκεια του έργου, "Βρισκόμαστε στο 2009 μ.Χ. και ζούμε πάντα στο Μεσαίωνα" και καταλήγει "το σώμα του μέλλοντος είναι μέσα μου. θέλω να γίνω αυτό που με κάνει να ζω". Κι αίμα να ρέει σε μια τέτοια δήλωση.

Δευτέρα, 25 Μαΐου 2009

Μιλώ μαζί του για αγώνες και για... λουλούδια. Μια στιγμή σκύβει κοντά μου, χαμηλώνει τη φωνή σαν να επρόκειτο να μου εκμυστηρευτεί το μυστικό της ζωής του, πήρε όλο του το πρόσωπο να χαμογελάει..."Υπάρχει ωραιότερο λουλούδι απ' τον άνθρωπο; Κι όμως γομαράνγκαθα μας έχουν κάνει... γι' αυτό είναι που μιλάμε για αγώνες και φωνάζουμε!"

Κυριακή, 17 Μαΐου 2009

ελπίδες, λαχτάρα, φωτιά

ΧΟΡΟΣ, (αντιστρ. β): "Α γάρ δή πολύπλαγκτος ελπίς πολλοίς μεν όνασις ανδρών, πολλοίς δ' απάτα κουφονόων ερώτων. Ειδότι δ' ουδέν έρπει, πρίν πυρί θερμώ πόδα τις προσαύση. "

Οι πλάνες ελπίδες που σ' άλλους βγαίνουν σε καλό, σ' άλλους απάτη γίνονται κούφιας λαχτάρας. Φωλιάζει στον ανίδεο, ώσπου να γλείψει της φωτιάς η φλόγα το ποδάρι του.

Σοφοκλέους Αντιγόνη, (615-619)

Πέμπτη, 14 Μαΐου 2009

Λόγια του Μίλτου...

"Τον Σπαθάρη μικρός τον αγαπούσα γιατί ήταν συνονόματος του πατέρα μου.
Επειδή το Ευγένιος είναι σχετικά σπάνιο, όπου έβρισκα Ευγένιο δεν τον άφηνα να περάσει απαρατήρητος.
Μετά με πήγαιναν τα μεγαλύτερα ξαδέρφια μου να ιδούμε Καραγκιόζη.
Έσπαγα το κεφάλι μου να καταλάβω πώς μπορεί ένας άνθρωπος να κουνάει τρεις ή και τέσσερις φιγούρες και ταυτόχρονα να μιλάει σαν τρεις ή τέσσερις χαρακτήρες, με την ξεχωριστή φωνή του καθενός.


Δεν θα ξεχάσω μια φορά που του λεγε ο Μπαρμπα Γιώργος να γράψει ένα γράμμα σε μια θειά του στην Αμερική, που ήτανε βαριά άρρωστη.
«Γράφε» Και του κοπανάει μια στην κεφάλα.
«Γράφω, αλλά μη βαράς.»
«Αγαπημένη μου θεία Μαρίκα.» Του δίνει άλλη μια κατακεφαλιά.
«Γράφω. Αγαπημένη μου θεία Μαρίκα. Τι βαράς που κακό χρόνο νάχεις; Έκανα κάνα λάθος;» ρωτάει ο Καραγκιόζης μυξοκλαίγοντας.
«Δεν έκανες λάθος. Σε βαράω γιατί θέλω το γράμμα να πάει...κλαφτό!»

Διάβαζα προχτές στο αφιέρωμα της Ελευθεροτυπίας οτι στην ερώτηση τί νομίζει οτι προσθεσε στην τέχνη του Θεάτρου Σκιών, ο Ευγένιος Σπαθάρης απάντησε χωρίς περιστροφές: «Το καλαμπούρι».

Μόνο ένας αληθινός λαϊκός καλλιτέχνης θα μπορούσε να δώσει αυτή την απάντηση.
Γιατί εκείνος ήξερε οτι οι ιστορίες του μπερντέ ήταν απεικόνιση της αληθινής ζωής, δηλαδή βαθειά στενάχωρες. Όπου «οι κακοί» περνούν ζωή και κότα και «οι καλοί», άμα τους δοθεί η ευκαιρία, μπορούν θαυμάσια να γίνουν κακοί στο δικό τους σύμπαν επιρροής, όπως ο Καραγκιόζης, μονίμως χαμένος, λιγούρης και κατατροπωμένος, ξέσπαγε την οργή του κατραπακιάζοντας τα Κολλητήρια.
Όλη αυτή η ήττα δεν χωνευόταν με τίποτα χωρίς τη λύτρωση: το άγιο καλαμπούρι.
Εκείνο που σε κάνει για μια στιγμή να ξεκαρδίζεσαι με τα χάλια του ήρωα με τον οποίον προηγουμένως έχεις ταυτιστεί- δηλαδή να ξεκαρδίζεσαι με τα χάλια σου. Γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος να αντέξεις τα χάλια σου.
Ακόμα και το φινάλε του Σπαθάρη, αν το καλοσκεφτείς, ήταν ένα τεράστιο κωμικοτραγικό καλαμπούρι βγαλμένο απ τις πιο τρελές σκηνές του Καραγκιόζη:
ο μαστρο- Ευγένιος γλίστρησε και έπεσε απ τις σκάλες!
Έφυγε σαν καλαμπούρι.
Απλά ήταν το μοναδικό με το οποίο δεν μπορέσαμε να γελάσουμε.
Στοιχημένοι ακούνητοι κι αμίλητοι ο Χατζατζάρης, ο Σιορ Διονύσιος, ο Μπαρμπα Γιώργος, η Αγλαϊα, ο Βεζίρης κι η Βεζιροπούλα.
Προσωρινή ανακωχή ο Μεγαλέξανδρος και το Καταραμένο φίδι.
Μόνο ο Καραγκιόζης απτόητος σχεδιάζει την επόμενη «μεγαλοφυή» κομπίνα.
Και τα Κολλητήρια, αμέριμνα, με κοντά παντελονάκια και γρατζουνισμένα γόνατα, παίζουνε βόλους στην αυλή πίσω απ το Μεγάλο Σαράϊ..."

Μίλτος Πασχαλίδης
12 Μάη 2009

Τετάρτη, 13 Μαΐου 2009

"από μένα, γεια σας..."

πώς φεύγει έτσι μια ζωή; πώς φεύγουμε έτσι; μια στιγμή κι έπειτα... τι; ενάμισης χρόνος πριν. θυμάμαι τον θείο μου καρφωμένο σε μια γωνιά του μπαλκονιού. απο' κει μπορούσε να βλέπει το σημείο όπου ξεψύχησε η θεία μου. η γυναίκα του. η αγάπη του. ακούνητος ολόκληρη τη νύχτα. ώσπου να γυρίσει κάτω το φεγγάρι. παγωμένος. μόνο δάκρυα έτρεχαν βουβά. ένα μέρος της ματιάς του, έχει χαθεί από κείνο το βράδυ. τί να μιλήσεις; τί να πεις; ώστε ήταν αλήθεια. μεθυσμένος λέει ο οδηγός πέρασε με κόκκινο, την παρέσυρε στη στροφή. πόσα γιατί... γιατί να μην προσέξει -ένα δευτερόλεπτο έφτανε- πως στα αριστερά της ερχόταν ένας τρελός κατά πάνω της να τραβηχτεί; γιατί να κάνει το βήμα εκείνο προς το δρόμο τη στιγμή εκείνη; να κοιτάξει, λέει, την ώρα στο χέρι της ή να αφήσει τα ψώνια της να ξαποστάσει μια στιγμή. να θυμηθεί πως ξεχασε την απόδειξη στο ταμείο, να γυρίσει να την πάρει, να' ταν τώρα εδώ. ακόμη πασχίζω να συνειδητοποιήσω πως λείπει, εξαιτίας εκείνης της στιγμής. τώρα, πόσο σημαντικά μπορεί να φαίνονται αυτά μπροστά στην κρύα οθόνη, δεν ξέρω, κι ούτε έχει σημασία

απ' όσα σήμερα "έπαιξαν" στην άλλη κρύα οθόνη για τον κ. Σπαθάρη, το μόνο που ηχούσε αληθινό ήταν τα ίδια του τα λόγια στο τέλος των παραστάσεών του, εκ στόματος καραγκιόζη :"από μένα γειά σας, γειά σας...". τόσο συνταρακτικά, εδώ στο τέλος της μεγάλης του παράστασης. γεια χαρά! κι εμείς από εδώ θα προσπαθήσουμε να ζήσουμε κατά πώς ορίζουν οι σκιές μας στον συλλογικό μπερντέ. Γεια χαρά

Πέμπτη, 7 Μαΐου 2009

" Μην καρτεράτε να λυγίσουμε
μήτε για μια στιγμή
μηδ' όσο στην κακοκαιριά
λυγάει το κυπαρίσσι
έχουμε τη ζωή πολύ
πάρα πολύ αγαπήσει "

Φώτης Αγγουλές

Τρίτη, 5 Μαΐου 2009

σαν "φτωχός και μόνος cow boy" του Κηλαηδονη

Μία πόλη ολόκληρη ουρλιάζει. Λες και ορμά το καυσαέριο μες στο κεφάλι τους. Ζουρλαίνονται οι άνθρωποι όσο πάει. Να μου πεις, ποιος μπορεί να τους κατηγορήσει; Ξυπνάω με ημικρανία. Οι γείτονες βρίζονται πάλι για μια θέση parking, μια φορά θυμάμαι είχαν πιαστεί στα χέρια. Πιο δίπλα ένας άλλος κουρεύει το "γκαζόν" του (μια σταλιά, 1 επί 1) και του παίρνει μία ώρα. Ο μελωδικός ήχος της μηχανής του προστίθεται στο τραγούδι των αυτοκινήτων. Στη διασταύρωση κοντά στο σπίτι μου για άλλη μία φορά κολλάει μία νταλίκα. Έχουν ξεκινήσει να φτιάχνουν σχολική υπόγεια διάβαση εδώ και τρία χρόνια κι ακόμη... Μας έγιναν συνήθεια πλέον τα κομπρεσέρ. Παράκαμψη κι άλλη παράκαμψη, όλοι οι γύρω δρόμοι οδηγούν στη διασταύρωση αυτή.

"Κι άμα μου τη δίνει κάτι τέτοια πρωινά, παίρνω τ' άλογό μου και φεύγω στα βουνά... πάμε Ντόλυ!"


Κοιτούσα τις τριανταφυλλιές, πώς ξεπηδούν ανάμεσα τσιμέντο και πλακάκια. Γαντζώνονται σε κάγκελα και φράχτες σαν σε κορμί αγαπημένο. Πώς καταφέρνουν και ζουν και γεμίζουν την πόλη; Έτσι, αν θες και συ να κρατηθείς κοίτα πότε τα πουλιά πώς ξεκουράζονται στις κεραίες και τα σύρματα, πώς χορεύουν χορούς ερωτικούς τέτοια εποχή και πότε τα τριαντάφυλλα που τα φορά ο καθένας πάνω του. Αβάσταχτο να προσπαθείς να κρατηθείς κόκκινο άνθος εκεί μέσα, εδώ μέσα. Κι όμως αυτά... Πέφτω πάνω σε μια ατάκα του Τζορτζ Κάρλιν: "Μου αρέσει όταν ένα λουλούδι ή λίγο χορτάρι φυτρώνει σε μια ρωγμή του τσιμέντου. Είναι τόσο ηρωικό, γαμώτο!"